~~

~~

Η Αρκαδία βρίσκεται στο κέντρο της Πελοποννήσου. Συνορεύει στα βόρεια με το Νομό Αχαΐας, στα βορειοανατολικά με το νομό Κορινθίας, στα βόρεια και ανατολικά με το νομό Αργολίδας, στα νότια με το νομό Λακωνίας, στα νοτιοδυτικά με το νομό Μεσσηνίας και στα δυτικά με το νομό Ηλείας. Το ανατολικό του τμήμα έχει έξοδο στη θάλασσα, στον Αργολικό κόλπο και το Μυρτώο Πέλαγος.

Μέχρι το 1999 η Αρκαδία χωριζόταν διοικητικά σε τέσσερις επαρχίες Μαντινείας, Μεγαλοπόλεως, Γορτυνίας και Κυνουρίας.

Σημαντικές πόλεις του νομού είναι η πρωτεύουσα Τρίπολη (25.520 κατ.), η Μεγαλόπολη (5.135 κατ.), το Λεωνίδιο (3.249 κατ.), το Άστρος(2.674 κατ.), ο Τυρός (2.116 κατ.),το Λεβίδι (1.219 κατ.). Σε άνθηση βρίσκονται τα τελευταία χρόνια λόγω αυξημένης τουριστικής κίνησης οι κωμοπόλεις Δημητσάνα, Καρύταινα, Λαγκάδια, Ελληνικό, Ψάρι και Βυτίνα. Οι σημαντικότεροι λιμένες της Αρκαδίας είναι του Παραλίου Αστρους,του Τυρού και της Πλάκας Λεωνιδίου.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

AΡΚΑΔΙΑ

AΡΚΑΔΙΑ
ΑΡΚΑΔΙΚΗ ΑΝΑΓΈΝΝΗΣΗ

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Οι διακρίσεις του Τριπολίτη ποιητή Γιάννη Μαιναλιώτη [Μπενόπουλος]

    ΑΡΚΑΔΙΚΑ  ΠΟΡΤΡΕΤΑ    

Ο ποιητής Γιάννης Μαιναλιώτης  [Μπενόπουλος]

Ο Μαιναλιώτης, γνήσιος Τριπολίτης, λεβέντης Αρκάς, άγνωστος σε πολλούς Τριπολίτες, λησμονημένος από τους φίλους του κι αυτό ήταν και το παράπονό του.
Οι "Δρόμοι της Τρίπολης", αυτήν την εβδομάδα φιλοξενούν έναν ποιητή... το όνομα αυτού Γιάννης Μαιναλιώτης.

  Οδός Μαιναλιώτη   

Ο Γιάννης Μπενόπουλος, γιος του Νικολάου Μπενόπουλου (δάσκαλου Τριπολίτη), γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1892. Σπούδασε Νομικά, ακολούθησε το δικαστικό κλάδο και με το ψευδώνυμο "Μαιναλιώτης" ξεκίνησε το 1919 να γράφει ποιήματα.
"Η πνευματική προσφορά του είναι μια Ελλάδα με τη θάλασσά της τη Μεσόγειο, μια Ειρήνη. Στους στίχους του κλείνει τους δυνατούς παλμούς της καρδιάς των Ελλήνων, την Ελλάδα."

Οι διακρίσεις του Τριπολίτη ποιητή...

Ο καθηγητής της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Μονάχου Karl Dieterich, στη Γερμανική Ανθολογία των Νεοελλήνων Λυρικών το 1927, περιέλαβε πέντε ποιήματα του Μαιναλιώτη, που με ενθουσιασμό χαιρέτησε ο μεγάλος Γερμανός ποιητής Gerald Hauptmanm.
Το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών στο Αναλυτικό του Δελτίου γράφει πολύ- πολύ κολακευτικά για το σπουδαίο του ποίημα (170 σελίδες) "Φιλοξενία".
Ο Γρηγόρης Ξενόπουλος, που ανακάλυψε τους Γρυπάρη και Καβάφη, αναφέρει για τα απομνήμονεύματά του Μαιναλιώτη και γράφει: "Σπανίως είδα ποιητική συλλογή με ποιήματα φαινομενικώς ανεξάρτητα, αυτοτελή, που να σχηματίζει ένα σύνολο τόσο αρμονικό, τόσο σοβαρό".
Ο διανοούμενος κόσμος της εποχής, όπως οι: Κωστής Παλαμάς, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Χρήστος Θεοδωρίδης, Άγγελος Σικελιανός, Νίκος Καζατζάκης,Φώτης Πολίτης, ο ακαδημαϊκός Γ. Σωτηριάδης, Ν. Γιαννιός, Τάκης Μαλακάσης,ωοι κορυφαίοι δηλαδή της Ελληνικής Διανόησης, δέχτηκαν με άφθαστο ενθουσιασμό, την πρώτη ποιητική συλλογή του Μαιναλιώτη "Ανθρώπινα και Θεία" και έφτασε ο ενθουσιασμός τους στα ύψη με το ποίημα του "Φιλοξενία".

"Το βιβλίον τούτο δονείται από ένα παλμόν Εθνικόν, είναι αληθής ύμνος προς την Ελλάδα, συγκινεί και διδάσκει τον ανώτερον ανθρωπισμών και την πίστιν εις τα πεπρωμένα της Ελλάδος", επισήμανε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος, υπουργός Εθνικής Παιδείας τότε, με εγκύκλιό του προς τις εκπαιδευτικές αρχές του Κράτους συνιστούσε την ανάγκη της "Φιλοξενίας" από όλους τους καθηγητές και μαθητές των ανωτέρων τάξεων.
Τώρα, ούτε άγνωστος ούτε λησμονημένος θα μείνει ο Γιάννης Μαιναλιώτης... 
διαβάστε ορισμένα ποιήματα από τη συλλογή του!



____________
*από το:

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Η Λυκόσουρα θεωρείται η αρχαιότερη πόλη στον κόσμο μας ( 10.000- – 8.000 π.χ). Ήταν η ιερότερη και αρχαιότερη πόλη των Αρκάδων.



Από Σπύρο  Μακρή
Η Ελληνική Προκατακλυσμιαία Πόλη της Λυκόσουρας και η Ύβρις του Λυκάωνα

Η Λυκόσουρα θεωρείται η αρχαιότερη πόλη στον κόσμο μας ( 10.000- – 8.000 π.χ). Ήταν η ιερότερη και αρχαιότερη πόλη των Αρκάδων.
Ήταν μια πόλη γεμάτη φως.
Άλλωστε βρίσκεται στο όρος Λύκαιον (λεγόταν και Όλυμπος), που σημαίνει "φωτεινό" και δεσπόζει στον Πελοποννησιακό χώρο προσφέροντας μοναδική θέα.
Ιδρύθηκε από τον μυθικό βασιλιά Λυκάωνα γιο του Πελασγού και της νύμφης Κυλλήνης.
Ο Πελασγός βγήκε από τη γη και είναι ο πρώτος άνθρωπος , γενάρχης των ανθρώπων.
Σύμφωνα με τις παραδόσεις η πόλη εθεωρείτο σαν η αρχαιότερη στην ηπειρωτική γη και στα νησιά.
Τη Λυκόσουρα επισκέφτηκε ο Παυσανίας και μάλιστα έγραψε ότι είναι η πρώτη πόλη που είδε ο Ήλιος. Συγκεκριμένα έγραψε:
"Από όλες τις πόλεις που εμφάνισε η γη στην ήπειρο και στα νησιά , η Λυκόσουρα είναι η αρχαιότερη και αυτή είδε πρώτη ο Ήλιος, από αυτή δε εδώ έχουν μάθει οι άλλοι άνθρωποι να φτιάχνουν πόλεις".


ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΑΙΑΣ ΛΥΚΟΣΟΥΡΑΣ

Είναι δηλαδή η πρώτη πόλη του κόσμου μας (10.000 – 8.000 π.Χ). Ενδείξεις και αναφορές σε αρχαία ελληνικά κείμενα, συγκεκριμένα από τους: Πλούταρχος, Οβίδιος, Δημόκριτος, Αναξαγόρας, στα Αργοναυτικά του Απολλώνιου του Ρόδιου, o Στέφανος Βυζάντιος, ο Ευστάθιος εκκλησιαστικός συγγραφέας και φιλόσοφος, το λεξικό του Σουίδα και το λεξικό του Ησύχιου Αλεξάνδρεως μας λένε ότι : κάποτε η Σελήνη δεν υπήρχε στον ουρανό και μάλιστα για να δηλώσουν την πανάρχαια εποχή που ιδρύθηκε η Λυκόσουρα, λένε ότι ιδρύθηκε τότε που δεν υπήρχε Σελήνη στο ουρανό. Γενικά τους αρχαίους Αρκάδες τους αποκαλούσαν << προσέληνους η προσεληναίους>>, επειδή υπήρξαν στην περιοχή αυτή πριν εμφανιστεί η Σελήνη στο ουρανό.
Σήμερα μερικοί επιστήμονες πιστεύουν και έχουν αποδείξεις ότι η Σελήνη είναι ένα σκάφος.


ΛΥΚΑΙΟ ΟΡΟΣ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗ

Σύμφωνα με τον Παυσανία , πριν τον Λυκάωνα και την ίδρυση της Λυκόσουρας, οι άνθρωποι ζούσαν στην ύπαιθρο και σε σπήλαια και ο πατέρας του Λυκάωνα ο Πελασγός, τους έμαθε να φτιάχνουν καλύβες και να φοράνε δέρματα ζώων ως ρούχα. Ο Λυκάωνας κατάστησε τη Λυκόσουρα έδρα των βασιλέων της Αρκαδίας. Από το 370 π.Χ οι Λυκόσουροι μετοίκισαν στην Μεγάλη Πόλη (Μεγαλόπολη).
Έπειτα αποστατούν από την Μεγαλόπολη και επιστρέφουν πάλι στην πόλη τους και καταφεύγουν στο ιερό της Δέσποινας. Οι υπόλοιποι Αρκάδες σεβόμενοι το ιερό της Δέσποινας δεν τους τιμώρησαν και τους άφησαν να παραμείνουν στην πόλη τους. Η αρχαία πόλη είναι κτισμένη σε λόφο κοντά στο σημερινό χωριό Λυκόσουρα. Σήμερα σώζονται ελάχιστα λείψανα του τείχους της ακρόπολης του 4ου και 5ου αι. π.Χ.


ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ

Η θέση της πόλης είναι προνομιακή και δείχνει ότι δεν επιλέχτηκε τυχαία από τον ιδρυτή της Λυκάωνα. Παρείχε στους κατοίκους της ένα πολύ καλό κλίμα και προστασία από το βοριά.

Ήταν κοντά στον κάμπο που προσφερόταν να θρέψη τους κατοίκους της, αλλά το κυριότερο ίσως ήταν ότι μπορούσε να οργανωθεί άριστη άμυνα λόγο του ανάγλυφου του εδάφους της περιοχής, αλλά και της θεάς προς το λεκανοπέδιο της Μεγαλοπόλεως , όπου θα ερχόταν και ο τυχόν εχθρός.


ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗ

Το γεγονός ότι η Λυκόσουρα κτίστηκε τόσο παλιά ( 10.000 – 8.000 π.χ) το βεβαιώνει το σύνολο της πρωτόγονης αγροτικής λατρείας, με ιδιότητες θεών πρωταρχικού περιεχομένου, αρχέγονες παραστάσεις, ξόανα, λατρευτικό τυπικό κ.τ.λ.Η αρχαία πόλη είναι θαμμένη κάτω από τα βάτα , κάτω από τα πόδια μας.
Εδώ υπήρχε ένα σύμπλεγμα ναών με σημαντικότερο το ιερό της Δέσποινας, το άλσος της Δέσποινας, λουτρά, βωμός, το ιερό και αγάλματα του Πάνα, αγάλματα της Αθηνάς, του Απόλλωνα, της Αφροδίτης, του πατέρας της Δέσποινα του Ιππίου Ποσειδώνα και το ιερό της Αθηνάς. Το ιερό της Δέσποινας βρίσκεται ανατολικά στον λόφο Τερζή.
Η Δέσποινα γεννήθηκε στο Λύκαιο όρος όταν η Δήμητρα πέρασε από εκεί ψάχνοντας την κόρης της Περσεφόνη. Κατά τη διάρκεια της αναζήτησης της θεάς την είδε ο Ποσειδώνας και την ερωτεύτηκε. Η Δήμητρα για να αποφύγει τον Ποσειδώνα ο οποίος προκαλούσε πάντοτε φασαρίες και ανακατωσούρες, μεταμορφώθηκε σε φοράδα, ο Ποσειδώνας καταλαβαίνοντας το τέχνασμά της, μεταμορφώθηκε σε άλογο.


ΠΟΤΑΜΟΣ ΛΑΔΩΝΑΣ

Αν και κάποιοι την ταύτιζαν με την Κόρη, αυτή η θεά με το ανομολόγητο όνομα, εξακολουθούσε να συγγενεύει με την αρχαία φύση της Άρτεμης. Μέσα στο ιερό της Δέσποινας το δάπεδο στολίζονταν από ένα μωσαϊκό και μια ιερή ελαφίνα περιδιάβαινε σε αυτό το ιερό σαν σε ένα κήπο καταμεσής του δάσους. Ο λαός την επικαλούνταν με τα προσωνυμία Άνασα, Πόδνια η απλά Δέσποινα.
Τη Δέσποινα ανέθρεψε ο Τιτάνας Άνυτος. Το άγαλμα της θεάς που κατείχε αυτόν το ναό είχε καθαρά ανθρωπινή μορφή. Το 1889 έγιναν ανασκαφές και ήρθε στο φως και ήρθε στο φως τα ερείπια του Δωρικού πρόστυλου και εξάστηλου ναού της Δέσποινας.


ΚΟΜΜΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΟ

Σύμφωνα με την περιγραφή του Παυσανία μέσα στον ναό υπήρχε το σύμπλεγμα της Δήμητρας μαζί με την Δέσποινα έργο του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα. Τα διάφορα μέρη του ναού συγκοινωνούσαν με σιδερένιες πόρτες των οποίων οι χαραγές φαίνονται ακόμη στο κρηπίδωμα του δαπέδου. Μέσα στον ναό υπήρχαν τα αγάλματα Κουρητών και Κορυβάντων τα οποία όμως δεν αναφέρει ο Παυσανίας.
Ο τόπος αυτός είναι παραφορτωμένος με δύναμη και εδώ πολλά είναι τα παράδοξα που συμβαίνουν. Όταν έβγαινε κάνεις από το ιερό συναντούσε στα δεξιά ένα καθρέπτη στηριγμένο στο τοίχο. Όταν κοιτούσε μέσα δεν έβλεπε την μορφή του αλλά τα αγάλματα των θεών, πράγμα που συνέβαινε από την ανάλογη θέση του καθρέπτη. Στο ιερό αυτό της Δέσποινας οι Αρκάδες προσέφεραν όλους τους καρπούς των ημερών δέντρων πλην του καρπού της Ρόδιας ( ροιάς).
Οι λάτρεις μπαίνοντας στο ιερό της Δέσποινας, άφηναν όλα τα πολύτιμα κοσμήματα που φορούσαν, έξω από το ιερό εκτός και αν ήθελαν να τα αφιερώσουν στην θεά. Έμπαιναν δε στον ιερό ναό ξυπόλυτοι με τα μαλλιά λυμένα. Ο κανονισμός αυτός δεν θα ήταν τυχαίος, αλλά μάλλον υπηρετούσε πρωτόγονες δοξασίες.
Ο λάτρης ξυπόλητος ερχόταν σε άμεση επαφή με τη γη αντλώντας δύναμη από τη δύναμη της και από τις αναγεννητικές ιδιότητες της αφενός και αφετέρου μέσω των ποδιών του έδιωχνε στη γη τις διαφορές αρρώστιες και μιάσματα.


ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΝΑΟΥ

Τα δε μαλλιά όπως και στις περισσότερες λατρείες, έπρεπε να είναι λυτά γιατί η ύπαρξη κόμπου σήμαινε εμπόδιο. Σήμαινε συνεπώς όχι ομαλή διεξαγωγή της ιεροτελεστίας. Ξέμεινε η συνήθειας αυτή σχεδόν μέχρι και τις μέρες μας στα έθιμα του θανάτου. Έτσι όταν έβαζαν τον νεκρό στο σάβανο και αφού τον τύλιγαν καλά , πρόσεχαν να μην κάνουν κόμπο η δέσιμο πουθενά διότι λέει ότι νεκρός δένεται και δεν λιώνει. Σε μικρή απόσταση από το ιερό βρίσκονταν το ονομαζόμενων μεγάρων. Ο μεγάλος βωμός που καίγονταν τα σφάγια και τελούνταν τα μυστήρια.
Τα μυστικά της λατρείας της διαφυλάχθηκαν πολύ καλά. Ξέρουμε μόνο πως οποιοδήποτε ζώο οικόσιτο η άγριο μπορούσε να θυσιαστεί προς τιμήν της και ότι δεν θανατώνονταν με σφαγή όπως στις θυσίες άλλων θεών, αλλά κομματιάζονταν από τους κομιστές σε μια μορφή παραληρήματος.


Κατά τη διάρκεια της θυσίας δεν απέκοπταν το λαιμό του θύματος αλλά έκοβαν ο καθένας ένα μέλος του θύματος οποίο τύχει. Εδώ δεν ξέρω αν ο Παυσανίας εννοεί διονυσιακού τύπου τεμαχισμό και ωμοφαγία αλλά κάτι τέτοιο με τον τρόπο που περιγράφεται είναι πολύ πιθανό.
Φαίνεται ότι στα πολύ παλιά χρόνια, τα προϊστορικά, γίνονταν εκεί ανθρωποθυσίες έπειτα από μυστηριακές και οργιαστικές τελετές, κατά τις οποίες τα θύματα διαμελίζονταν.
Αργότερα τα ανθρωπινά θύματα , αντικατέστησαν τα ζώα και οι μυστηριακές τελετές γίνονταν από άτομα με προσωπεία ζώων. Με την πάροδο του χρόνου και η θυσία των ζώων αντικαταστάθηκε με την πρόσφορα στην θεά από τους πιστούς ζωόμορφων ειδωλίων, από τα οποία σώζονται μερικά. Εκτός από τα ειδώλια, αργότερα προσέφεραν και καρπούς.

ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ

Το ότι τα πολύ παλιά χρόνια συνηθίζονταν ανθρωποθυσίες , ενισχύεται και από το ότι και στο Λύκαιο όρος επικρατούσε η συνήθειας των ανθρωποθυσιών για να τιμήσουν τον Λύκαιο Δία.
Ψηλότερα από το μεγάρων ήταν το ιερό άλσος της Δέσποινας γύρω από το οποίο υπήρχε λίθινο τοίχος και μέσα σε αυτό μια ελιά και μια βελανίδια φυτρωμένες από κοινή ρίζα που όπως λέει και ο Παυσανίας δεν οφείλεται στην σοφία, τέχνη η παρέμβαση κάποιου γεωργού αλλά ήταν εξαιρετικό και σπουδαίο φαινόμενο.
Στη νότια πλευρά του ναού είχαν κατασκευαστεί κατά τρόπο αμφιθεατρικό σε όλο το μήκος της πλευράς αυτής βαθμίδες για να ανεβαίνουν ίσως στην πιο πάνω κορυφή η για να κάθονται στις τελετές για θέα. Κοντά είναι και η ιερή κρήνη οπού βρέθηκε η δεξαμενή και σωλήνες υδραγωγείου.


ΝΑΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝ

Σύμφωνα με την παράδοση ο Δίας γεννήθηκε στην ανατολική πλευρά του βουνού, στην θέση Κρητέα και ανατράφηκε από τις Νύμφες Θεισόα, Νέδα και Αγνώ. Γι’ αυτό το βουνό ονομαζόταν Όλυμπος και Ιερή Κορυφή. Στο τέμενος του Δία δεν επιτρεπόταν η είσοδος ούτε σε ζώο ούτε σε άνθρωπο. Οι θυσίες που γινόταν εκεί ήταν μυστικές . Στο τέμενος του Δία βρέθηκαν κατά της ανασκαφές πολλά αντικείμενα, όπως αγάλματα , χάλκινα ελάσματα, νομίσματα κ.α.
Επίσης βρέθηκαν οι βάσεις των κιόνων, που είχαν πάνω τους δύο χρυσούς αετούς, που ήταν θεατοί από όλοι την περιοχή . Όταν έβγαινε ο ήλιος, φώτιζε τους χρυσούς αετούς της κορυφής και οι ακτίνες αντανακλούσαν στο άγαλμα του Απόλλωνα στις Βάσσες, που βρισκόταν σε χαμηλότερα ύψος από την κορυφή του βουνού, σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων , αλλά σε ευθεία γραμμή προς τα δυτικά . Το άγαλμα του Απόλλωνα είχε τοποθετηθεί έτσι , ώστε να δέχεται ταυτόχρονα με τους αετούς τις πρώτες ηλιαχτίδες, πολύ πριν ακόμα ανατείλει ο ήλιος εκεί .
Μάλιστα ο Παυσανίας αναφέρει, ότι οι ηλιαχτίδες δημιουργούσαν ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του αγάλματος του θεού Απόλλωνα, δείγμα ότι ο Λύκαιος Δίας της κορυφής του Λύκαιου έστελνε το φωτεινό μήνυμα του στον Επικούριο Απόλλωνα.

Η ΥΒΡΙΣ ΚΑΙ Η ΘΕΙΚΗ ΤΙΜΩΡΙΑ

Ο μύθος αναφέρει ότι ο Λυκάωνας θυσίασε βρέφος στο βωμό του Λυκαίου Δία όταν ο ίδιος ο θεός τον επισκέφθηκε, δίνοντάς του να φάει ανθρώπινο κρέας για να διαπιστώσουν την παντογνωσία του.
Ο θεός έσπρωξε μακριά του το πιάτο με αηδία και είτε σκότωσε τον βασιλιά και τους γιούς του με τον κεραυνό του, είτε τους μεταμόρφωσε σε λύκους (Απολλόδωρος ΙΙΙ 8, Οβιδίου Μεταμορφώσεις I 198).
Κάποιοι φθάνουν να πουν ότι ο Λυκάων έσφαξε και προσέφερε τον ίδιο τον γιο του, τον Νύκτιμο (Κλήμης Αλεξανδρείας: Προτρεπτικός ΙΙ 36, Νόννος: Διονυσ. XVIII 20, Αρνόβιος IV 24).


Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΛΥΚΑΩΝΑ – ΔΙΑ

Αλλά σύμφωνα με αντίθετη εκδοχή ο Νύκτιμος ήταν ο μόνος γιος που επέζησε και διαδέχθηκε τον πατέρα του στον θρόνο. Γι’αυτό οι θεοί τον μεταμόρφωσαν σε λύκο.Ο μυθικός λαός της Αρκαδίας, λέγεται ότι ήταν πολύ φιλόξενος και οι Αρκάδες έτρωγαν μαζί με τους θεούς. Έτσι μετά τον μυθικό Λυκάωνα η εξουσία περιήλθε στον επίσης μυθικό γιο του, το Νύκτιμο.
Σύμφωνα με το Πάριο Χρονικό, την εποχή που βασίλευε ο Νύκτιμος στην Αρκαδία και ο Κραναός στην Αθήνα (περί το 1528 π.Χ.), έγινε ο κατακλυσμός ο οποίος ήταν αποτέλεσμα της ασέβειας του Λυκάωνα και των παιδιών του. Το Πάριο χρονικό που βρέθηκε γραμμένο πάνω σε μάρμαρο στην Πάρο το 1687 και μεταφέρθηκε στην Οξφόρδη, ανάγεται στο 267-263 π.Χ. όταν στην Αθήνα ήταν επώνυμος άρχοντας ο Διόγνητος.
Λέγεται ότι ο Λυκάωνας απέκτησε 50 παιδιά. Απ’ αυτά τα παιδιά αναφέρονται ονομαστικά τα 27. Πέρα από το Νύκτιμο, που κατέλαβε το θρόνο, τ’άλλα 26 αρσενικά παιδιά του Λυκάωνα, ίδρυσαν δικές τους πόλεις.



πηγές:
https://en.wikipedia.org/wiki/Lycosura
http://hellenik.blogspot.gr/2012/12/10000-8000.html
http://www.schizas.com/site3
http://www.kotilio.gr
http://www.lykaia.gr/catid_031.asp

_____________

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

"ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ" - ΕΚΔΗΛΩΣΗ 2 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2017


Αρκαδική Ελεγεία: Μια γέφυρα ανάμεσα στην παράδοση του θρηνητικού τραγουδιού
και τη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία

δείτε στο: http://arkadiko.blogspot.gr/2017/04/blog-post.html

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Πως μπορούμε να αναπτύξουμε τον Ορεινό Τουρισμό στην Eλλάδα;

  ΕΡΕΥΝΑ  

Πως μπορουμε να αναπτυξουμε τον Ορεινο Τουρισμο στην  Eλλαδα;
Πως μπορούμε να αναπτύξουμε τον Ορεινό Τουρισμό στην Eλλάδα;
Πώς μπορούμε να μετεξελίξουμε τα υπάρχοντα, 52 Ορειβατικά Καταφύγια (Ο.Κ) και 20 Χιονοδρομικά Κέντρα (Χ.Κ), σε Κέντρα Ορεινού Τουρισμού (Κ.Ο.Τ) 4 εποχών, με οικονομικά βιώσιμη λειτουργία, με σεβασμό στο περιβάλλον και με όφελος για την τοπική κοινωνία;
Ποιος είναι, τι επιθυμεί η «καρδιά», και τι το «μυαλό» του ενδιαφερόμενου για ορεινό τουρισμό;
Προς ποιες κατευθύνσεις θά' πρεπε να κινηθούν τα Κ.Ο.Τ για να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν; 
.................................................................................
Προσκαλούμε όλους του φίλους να συμμετάσχουν στην προαναφερόμενη έρευνα στο πλαίσιο εκπόνησης διπλωματικής εργασίας μεταπτυχιακού στη Διοίκηση Τουριστικών Επιχειρήσεων του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π), και παρακαλούμε θερμά για την προσοχή και τον χρόνο σας. 
Είναι πολύτιμη η καταγραφή της μοναδικής προσωπικής σας άποψης, αφιερώνοντας περίπου 15 λεπτά για την ΑΝΩΝΥΜΗ συμπλήρωση του παρακάτω ερωτηματολογίου,


Παρακαλούμε επίσης, αν σας είναι εύκολο, για την προώθηση/διάδοση του ερωτηματολογίου στους φίλους σας, προκειμένου να υπάρξει ένα όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα στην έρευνά μας.
Για οποιεσδήποτε διευκρινήσεις/πληροφορίες μπορείτε να επικοινωνείτε με τον αρμόδιο φοιτητή Ε.Α.Π, στοpdrivas65@gmail.com.

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΎΜΕ ΠΟΛΎ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΌΝΟ ΣΑΣ

_____________

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Εικόνες από τα παδικά μου χρόνια στο Μάναρι Αρκαδίας



Dimitris Tsiodras



Βλέπω τα ρεπορτάζ κάθε φορά που πέφτει 5 πόντους χιόνι και μου φαίνονται αστεία. Μούρχονται στο μυαλό οι εικόνες από τα παδικά μου χρόνια στο Μάναρι Αρκαδίας, όπου το χιόνι ήταν κάτι συνυφασμένο με τον χειμώνα. Οταν ο πατέρας μου έβλεπε ότι θα χιονίσει έβαζε το βράδυ το φτυάρι πίσω από την πόρτα για να μπορούμε να βγούμε από το σπίτι το πρωί και να ανοίξει δρόμο για να πάρουμε ξύλα και να πάμε σχολείο (το οποιο φυσικά δεν έκλεινε). 
Ρεύμα δεν υπήρχε ούτως ή αλλως (ήρθε το 1972) και ο καθένας από τον Οκτώβριο κιόλας είχε κάνει τις προμήθειές του σε ξύλα και τρόφιμα. Αυτές τις μέρες δε, ήταν η καλύτερή μας με τα γουρνοσφάγια και το άφθονο κρέας και τα λουκάνικα. Το χιόνι ήταν μέρος της ζωής μας. Το περιμέναμε πώς και πως. 
Ακόμη και τις μέρες που πάγωνε εμείς βάζαμε τις τσάντες στον πάγο και τσουλούσαμε στην κατηφόρα προς το σχολείο. 
Ομορφα χρόνια γύρω από τη στόφα και το τζάκι. Δίχως τηλεόραση αλλά με παλιές ιστορίες και παραμύθια. 
Και πολλή αγάπη...

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

ΝΤΙΝΟΣ ΚΟΝΟΜΟΣ

Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ
ΚΑΙ ΤΑ
ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ*
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Έγχρωμη λιθογραφία. Giovanni Boggi

Τὸ ὄνομα Γεώργιος Τερτσέτης ἀποτελεῖ οἱονεὶ ἔμβλημα τῆς μνήμης ἡμῶν τῆς ἐθνικῆς, καὶ συγκορυφοῖ εἰς ἕνα ἄνδρα, εἰς μίαν καρδίαν, νεαρὰν πάντοτε ὑπὸ τὸν παγετὸν τοῦ γήρως, εἰς μίαν γλῶσσαν, ἔντονον ἠχοῦσαν πάντοτε ἀπὸ τοῦ βήματος, τὰς παραδόσεις ἡμῶν τὰς ἐθνικάς, τὰς ἀναμνήσεις τοῦ χθεσινοῦ ἔτι παρελθόντος ἡμῶν, τοὺς πόθους τοῦ νῦν Ἕλληνος καὶ τὰ ἱερὰ αὐτοῦ καθήκοντα, τὰς δάφνας τοῦ πρῴην Ἕλληνος καὶ τὴν ἱερωτέραν αὐτοῦ κληρονομίαν.

ΑΓΓΕΛΟΣ Σ. ΒΛΑΧΟΣ
ΕΚΔΟΣΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝΑΘΗΝΑ, 1984

ΙΙΙ

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ
ΔΙΗΓΗΣΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ

νας ἀπὸ τὸ Ρουπάκι, πλησίον τοῦ χωρίου Τουρκολέκα, ἀφοῦ ἐχάλασε τὸ χωριό του, ἀνεχώρησε καὶ ἦλθε εἰς τὸ Λιμποβίσι, εἰς τὸν πρῶτον τοῦ χωρίου, ἐδῶ καὶ 300 χρόνους. Αὐτὸς ἐφάνη ἔξυπνος καὶ ὁ Δημογέροντας τὸν ἔκαμε γαμβρὸν καὶ κληρονόμον τῆς καταστάσεώς του ὅλης. Ἐλέγετο Τζεργίνης – μὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα εὑρίσκονται καμμιὰ ἑξηνταριὰ οἰκογένειαι εἰς τὴν Μεσσηνίαν. Αὐτὸς εἶχε κάμει ἕνα ὡραιότατο παιδὶ καὶ τὸ εἶχε πιάσει ἕνας Μπουλούμπασης Ἀρβανίτης καὶ τὸ ἁλυσόδεσε. Ἐλέγετο Δημητράκης. Οἱ Ἀρβανῖται, ὁποὺ τὸν φύλαγαν, ἐπηδοῦσαν εἰς τὰς τρεῖς καὶ ὁ Μπουλούμπασης τοῦ εἶπε, ἂν πηδᾶ νὰ τοῦ βγάλει τὰς ἁλύσους. 
Ὁ Δημητράκης ἀπεκρίθηκε ὅτι πηδᾶ καὶ μὲ τὰς ἁλύσους, καὶ ἂν τοὺς περάσει, νὰ τὸν ἀφὴνει ἐλεύθερον. Ὁ Ἀρβανίτης τὸν ὑποσχέθη νὰ τὸν ἐλευθερώσει, ἂν προσπεράσει τοὺς ἄλλους πηδώντας, ἀλλ᾿ αὐτὸς τὸ ὑπεσχέθη ὡς ἀνέλπιστον. Ἐπήδησε, τοὺς ἀπέρασε καὶ τὸν ἄφηκαν ἐλεύθερον. Αὐτὸς ἐπανδρεύθηκε, ἔκαμε τρία παιδιά, ὀνομαζόμενα Χρόνης, Λάμπρος καὶ Δῆμος. Αὐτοὶ ἦσαν νοικοκυραῖοι, μὲ τὰ χωράφια τους, μὲ 500 πρόβατα καὶ 60 ἀλογογέλαδα. Ἐπιάσθησαν μὲ τοὺς ἀντιζήλους των καὶ ἐσκοτώθηκαν. Ἐπέρασαν εἰς τὴν Ρούμελην· 12 χρόνους ἔκαμαν μὲ τοὺς Κλέφτας, ἐπιστρέφουν εἰς τὴν Πελοπόννησον μὲ 15 Ρουμελιώτας. 
Οἱ Τοῦρκοι τὸ μανθάνουν, τοὺς πολιορκοῦν, σκοτώνουν ἕνα καὶ οἱ ἄλλοι ἐγλύτωσαν. Ὁ Δῆμος ἐπῆρε διὰ γυναίκα του τὴν θυγατέρα τοῦ καπετὰν Χρόνη ἀπὸ Χρυσοβίτσι, μεγάλο σπίτι. Τότε ἦταν, ὅταν ὁ Μοροζίνης ἐκυρίευσε τὸν Μορέα. Καὶ ἐπὶ Βενετζάνων δὲν ἦτον παρὰ καπεταναῖοι. Τὸ παιδὶ αὐτοῦ τοῦ Δήμου ὀνομάσθη Μπότσικας καὶ ἄφησε τ᾿ ὄνομα τῆς φαμίλιας του, ὁποὺ εἶχαν, Τζεργιναῖοι· ὀνομάσθη τοιοῦτος, διότι ἦτο μικρὸς καὶ μαυρουδερός. Εἰς τὸν καιρὸν τοῦ Μπότσικα ἐμβῆκαν οἱ Τοῦρκοι εἰς Μοριά. Οἱ Χρυσοβιτσιῶται, Λιμποβιτσιῶται καὶ οἱ Ἀρκουροδεματῖται ἐπῆγαν καὶ ἐπολέμησαν εἰς τοῦ Ντάρα τὸν Πύργο 6.000 Τούρκους. 
Αὐτοὶ ἐχαλάσθηκαν καὶ ἐγλύτωσε ὁ Μπότσικας. Αὐτὸς εἶχε ἕνα παιδί, Γιάννη, καὶ ἕνας Ἀρβανίτης εἶπε: «Βρέ, τί Μπιθεκούρας εἶναι αὐτός». Δηλαδὴ πόσον ὁ κῶλος του εἶναι σὰν κοτρώνι, καὶ ἔτσι τοῦ ἔμεινε τὸ ὄνομα Κολοκοτρώνης. Ὁ Μπότζικας ἐσκοτώθη, ὁ Γιάννης ἐκρεμάσθη εἰς τὴν Ἀνδρούσαν, ὥστε ἀπὸ τὰ 1553, ὅπου ἐφάνηκαν εἰς τὰ μέρη μας Τοῦρκοι, ποτὲ δὲν τοὺς ἀνεγνώρισαν, ἀλλ᾿ ἦσαν εἰς αἰώνιον πόλεμον.

Ἐγεννήθηκα εἰς τὰ 1770, Ἀπριλίου 3, τὴν δευτέραν τῆς Λαμπρῆς. Ἡ ἀποστασία τῆς Πελοποννήσου ἔγινε εἰς τὰ 1769. Ἐγεννήθηκα εἰς ἕνα βουνό, εἰς ἕνα δένδρο ἀποκάτω, εἰς τὴν παλαιὰν Μεσσηνίαν, ὀνομαζόμενον Ραμαβούνι. Ὁ πατέρας μου ἦτον ἀρχηγὸς τῶν ἀρματολῶν εἰς τὴν Κόρινθον. Κάθεται ἐκεῖ 4 χρόνους. Ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν Κόρινθον διὰ τὴν Μάνην (1). Ἔβγαινεν ἀπὸ τὴν Μάνην καὶ ἐκυνηγοῦσε τοὺς Τούρκους. Εἰς τοὺς 79 ἦλθεν ὁ Καπετάμπεης μὲ τὸν Μαυρογένην, καὶ ἐρχόμενος ἔρριξεν εἰς τοὺς Μύλους καὶ Ἀνάπλι. 
Ἔστειλεν εἰς ὅλην τὴν Πελοπόννησον μπουγιουρτὶ (προσκυνοχάρτι), καὶ ἐπῆγαν καὶ ἐπροσκύνησαν τὸν Καπετάμπεη εἰς τοὺς Μύλους. Εἰς τὸν πατέρα μου ἔστειλε χωριστὸ μπουγιουρτί, νὰ ἐλθῆτε νὰ βγάλουμε τοὺς Ἀρβανίτες καὶ νὰ εὑρεῖ ὁ ραγιὰς τὸ δίκιο του. Ὁ πατέρας μου ἐκίνησε μὲ χίλιους στρατιώτας, καὶ ἔπιασε τὰ Τρίκορφα, εἰς τὴν Τριπολιτσάν. Δὲν ἐπῆγεν εἰς τὸν Καπετάμπεη, διότι ἐφοβεῖτο. Ὁ Καπετάμπεης ἐσηκώθηκεν ἀπὸ τοὺς Μύλους, ἐπῆρεν 6.000 ταγκαλάκια, καὶ τοὺς κλέφτες 3.000 καὶ ἐπῆγεν εἰς τὰ Δολιανά, Τριπολιτσὰ καὶ ἔρριξεν τὸ ὀρδί. 
Ὁ πατέρας μου, σὰν ἦτον στὰ Τρίκορφα, τοῦ ἔστειλεν ὁ Καπετάμπεης νὰ πάγει σὲ δαύτονε, διὰ νὰ τὸν προσκυνήσει. Ὁ πατέρας μου ἀποκρίθηκε δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἔλθω νὰ προσκυνήσω· οἱ Ἀρβανίτες εἶναι εἰς τὴν Τριπολιτσά, ἠμποροῦν νὰ πιάσουν τὸν ἄγριον τόπον καὶ νὰ σκορπίσουν τότε μέσα εἰς τὴν Πελοπόννησον, νἄχουν τὸν τόπον. Τότε τοῦ ἔστειλεν 20 μπινίσια γιὰ τοὺς Καπεταναίους κι ἕνα καπότο διὰ τὸν ἑαυτόν του. 
Τὸν καιρὸν ποὺ ἐζύγωσε τὸ στράτευμα τὸ Τούρκικο εἰς τὴν Τριπολιτσάν, κι ἐπολιορκοῦσε τοὺς Ἀρβανίτες, ἐχώρισαν 4.000 Τοῦρκοι Ἀρβανίτες νὰ τὸν ἐβγάλουν ἀπὸ τὰ ταμπούρια, καὶ αὐτὸς ἀντιστάθηκε καὶ τοὺς ἐκυνηγοῦσε, καὶ ἐμβῆκαν πίσω. Ἦλθαν τὰ στρατεύματα τὰ Τούρκικα τοῦ Καπετάμπεη ἕως τὸν Ἅγιον Σώστην. Πάλι βγαίνουν 6.000 διὰ νὰ πᾶνε εἰς τὸν πατέρα μου, καὶ αὐτὸς πάλι τοὺς ἀντέκρουσε. Εἴδανε ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ βαστάξουν οἱ Ἀρβανίτες μέσα εἰς Τριπολιτσά, διατὶ δὲν ἦτον τότε τειχογυρισμένη. Ἐσυνάχθηκαν ὅλοι καὶ πᾶνε εἰς τὸν πατέρα μου, καὶ αὐτὸς τοὺς ἐστάθηκε μὲ ὁρμήν, καὶ τοὺς ἐγύρισε κατὰ τὸν κάμπον. 
Ἑνώθηκαν καὶ ἄλλοι καπεταναῖοι. Ἐμβῆκαν εἰς τὰ χωράφια, εἰς τὸν κάμπον τοὺς ἐσκότωσαν ἡ καβάλα (1) ὡς οἱ θεριστάδες· ἔπεσεν ἡ καβαλαριὰ μέσα καὶ τοὺς ἐθέρισαν. Ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ ἡ καβαλαριά, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὁ πατέρας μου. Ἀπὸ 12.000 ἑπτακόσιοι ἀπέρασαν εἰς τὸ Δαδί. Ὅταν τοὺς ἐπολέμησε ὁ πατέρας μου, τοῦ ἔλεγαν: «Κολοκοτρώνη, δὲν κάμεις ἰσάφι.(2) – Τί νισάφι νὰ σᾶς κάμω, ὁποὺ ἤλθετε κι ἐχαλάσατε τὴν πατρίδα μου, μᾶς πήρατε σκλάβους καὶ μᾶς ἐκάματε τόσα κακά». Τοῦ ἀποκρίθηκαν: – «Ἐφέτο, δικό μας, τοῦ χρόνου δικό σου». Τὰ κεφάλια τῶν Ἀλβανῶν ἔφτιασαν πύργο εἰς τὴν Τριπολιτσά.

Ἡσύχασε (3) ἡ Πελοπόννησος. Τοὺς 80 ἐκατέβη ὁ ἴδιος ὁ Καπετάμπεης καὶ χάλασε τὸν πατέρα μου καὶ τὸν Παναγιώταρον Βενετζιανάκη. Ἦλθεν ἡ ἀρμάδα εἰς τὸ Μαραθονήσι· τὰ στρατεύματα στεριᾶς καὶ θαλάσσης. Ἡ Καστανίτζα (4) ἀποικία, ὁποὺ ἦτον ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ὁ Παναγιώταρος, ἕξι ὥρας μακρὰν ἀπὸ τὸ Μαραθονήσι. Ἔρχοντας ἡ ἀρμάδα, ὁ Παναγιώταρος, ὡς Μανιάτης, ἐπροσκάλεσε βοήθεια ἀπὸ τοὺς Μανιάτες, καὶ οἱ Μανιάτες ὑποσχέθησαν ὅτι πᾶνε βοήθεια· καὶ ὁ δραγουμάνος ὁ Μαυρογένης, ὡς Ἕλλην καὶ τεχνίτης, ἔκαμε τὸν Μιχάλη Τροπάκη Μπέη καὶ διὰ νὰ τὸν κάμει Μπέη ἀλικότησε τὴν βοήθεια καὶ ἐπῆρε τὸ Κάστρο. Ἐπῆγε τὸ ἀσκέρι 14.000, καὶ τοὺς ἐπολιόρκησε. Μία ὥρα στράτα ἀλάργα ἔστησε τὸ ὀρδί. Ἔστειλεν ὁ σερασκέρης Ἀλήμπεης ἕνα γράμμα διὰ νὰ προσκυνήσουν καὶ νὰ τοῦ δώσουν ἐνέχυρα ἕνα παιδὶ ὁ ἕνας καὶ ἕνα ὁ ἄλλος, καὶ νὰ τραβήξει χέρι ἀπὸ δαύτους (5). Αὐτοὶ ἀπεκρίθηκαν: «Δὲν προσκυνοῦμεν, θέλομε πόλεμο καὶ ὅποιος μείνει νικημένος, ἂς προσκυνήσει». Αὐτὸς ἤλπιζε ἀπὸ τὴν Μάνην βοήθεια. Τοὺς πολιόρκησαν τὰ Τούρκικα στρατεύματα, ἔβγαλαν κανόνια καὶ βόμβες, τοὺς πολεμοῦσαν ἡμέρα καὶ νύκτα. Οὔτε οἱ βόμβες τοὺς ἔκαναν φόβον οὔτε τὰ κανόνια, ὅμως ἐπολέμησαν 12 ἡμέρες καὶ 12 νύκτες μὲ ἀνδρεία καὶ γενναιότητα. Ὅταν εἶδαν, ὅτι βοήθεια δὲν ἔρχεται, ἀποφάσισαν νὰ φύγουν ἀπὸ τοὺς πύργους· οἱ πύργοι ἦτον δύο, καὶ ὁ ἕνας ἦτον τοῦ πατέρα τοῦ Παναγιώταρου, καὶ ὁ ἄλλος ἦτον τοῦ πατέρα μου καὶ τοῦ Παναγιώταρου.
Ὁ πατέρας τοῦ Παναγιώταρου ἦτον 80 ἐτῶν, ὡς καὶ ἡ μητέρα του, καὶ μὴν ἠμπορώντας νὰ φύγουν εἰς τὸ γιουρούσι μὲ τὰ ἄλλα γυναικόπαιδα, εἶπε τοῦ Παναγιώταρου καὶ τοῦ πατέρα μου: «Βάλτε φωτιὰ στοὺς ἄλλους πύργους, ἐγὼ μένω ἐδῶ». Ἔμεινε μ᾿ ἕνα δοῦλο καὶ μὲ τὴν γυναίκα του καὶ δούλα μὲ σκοπὸν νὰ πολεμήσει, ἐλπίζοντας νὰ ἔλθει βοήθεια ἀπὸ τὰ παιδιὰ του ἔπειτα. 
Ὁ πόλεμός του ἦτον μὲ τὸν δοῦλον, ἡ τέχνη του μεγάλη· εἶχε φιτίλι νὰ γυρίσει μαζὶ μὲ τοὺς Τούρκους. Αὐτοὶ ποὺ ἐπολεμοῦσαν μέσα ἔπεσαν εἰς τὸ ὀρδὶ τοῦ σερασκέρη μὲ τὰ σπαθία εἰς τὸ χέρι, μόνον τρεῖς ἐσκοτώθηκαν ἄνδρες, καὶ μέρος γυναῖκες, καὶ ἔμειναν πολλὰ παιδιὰ σκλάβοι· καὶ ἔτζι ἔμειναν δύο ἀδέλφια μου σκλάβοι, τὸ ἕνα τριῶν χρονῶν καὶ τὸ ἄλλο ἑνός· ἄλλα δύο ἐσκλαβώθηκαν καὶ ἔπειτα ἐλευθερώθηκαν. Ὅταν ἔκαμαν τὸ γιουρούσι, ἔπιασαν τὰ βουνὰ οἱ Τοῦρκοι διὰ νυκτός· ἐβασίλευσε τὸ φεγγάρι εἰς τὴν μέσην νύκτα, καὶ βασιλεύοντας τὸ φεγγάρι ἐβγῆκαν· νύκτα μικρὴ καὶ δὲν ἔλαβαν καιρὸν νὰ φύγουν κατὰ τὴν Μάνη· ἐπῆγαν στοὺς λόγγους κι ἐπῆρε ἡμέρα. Τὸν Παναγιώταρον (6) ζωντανὸν τὸν ἔπιασαν κι ἔπειτα τὸν ἐσκότωσαν οἱ Μπαρδουνιῶτες.
 Ὁ πατέρας μου ἐσκοτώθηκε μὲ δύο του ἀδέλφια, Ἀποστόλη καὶ Γεώργη, ὁ ἕνας εἰς τὸν λόγγον, ὁ ἄλλος μοναχός του, διατὶ ἐλαβώθηκε· ἐγλύτωσεν ἕνας μπάρμπας μου, Ἀναγνώστης, ἀπὸ τοὺς κλεισμένους τέσσαρους ἀδελφοὺς Κολοκοτρώνη. Ἐγώ, ἡ μάνα μου, ἡ ἀδελφή μου ἐγλύτωσαν μὲ τὰ παλληκάρια τοῦ πατέρα μου. Εἰς τὸ γιουρούσι ἐλαβώθηκε μὲ σπαθὶ ὁ Κωνσταντὴς Κολοκοτρώνης, καὶ μὲ προδοσία ἑνὸς Τούρκου φίλου ἐσκοτώθηκε· δὲν ἐφάνη τὸ κεφάλι του· οἱ φονεῖς του τὸν ἐσκότωσαν καὶ τὸν ἔκρυψαν διὰ τὸ βιό του, ὅσα εἶχεν ἀπάνω του· σὲ τρία χρόνια τὸν ξέθαψαν τὸν Κολοκοτρώνη Κωνσταντή· ἀπὸ τὸ μικρὸ δάκτυλον τὸν γνώρισαν, ὁποὺ εἶχε γυρισμένο ἀπὸ μία σπαθιὰ τουρκική· τὸν εἶχαν κρύψει εἰς μίαν τρούπα τῆς Ἄρνης καὶ Κοτζατίνας, τὸν ἔθαψαν ἔπειτα εἰς τὴν Μηλιά· ἦτον μελαψότερος, μονοκόκκαλος, δυνατός, ὀγλήγορος, μὲ ἕνα καθάριο ἄτι δὲν τὸν ἔπιανες, 33 (1) χρόνων, μέτριος, μαυρομάτης, λιγνός· οἱ Ἀρβανῖται τὸν εἶχαν τόσο τρομάξει, ποὺ ἔκαμναν ὅρκον: «Νὰ μὴ γλυτώσω ἀπὸ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ σπαθί» (2). 700 μπουλουκτζῆδες ἐσκότωσε πρὶν.
Ὁ Παναγιώταρος ἦτον γίγαντας, νέος, μαῦρα μαλλιά, σόϊ ἄνθρωπος, ἄσπρος, 37 – 38 χρόνων. Εἰς τὴν Ἀνδρούσαν ἐσκοτώθη ὁ γέρο Γιάννης Κολοκοτρώνης, ἔπειτα τὸν ἐκδίκησε ὁ υἱός του. Ὁ γέρο Γιάννης Κολοκοτρώνης, τοῦ ἔκοψαν χέρι καὶ πόδια καὶ τὸν ἐκρέμασαν. Ὁ γέρων (3) πατέρας τοῦ Παναγιώταρου ἐπολέμαε ἀπὸ τὸν πύργον καὶ ἐμαρτύρησε τὸ φιτίλι ὁ δοῦλος ποὺ ἐπροσκύνησε, καὶ τὸν γέροντα τὸν ἔπιασαν ζωντανόν. Ὁ Καπετάμπεης ἐρώταε: – Διατί δὲν προσκυνάει; – Τώρα προσκυνῶ, προσκυνημένο κεφάλι δὲν κόβεται. – Τοῦ ἔκοψαν χέρι καὶ πόδια, τὸν κατράμισαν (4).

Ἐμείναμεν εἰς τὴν Μάνην ἡμεῖς, εἰς τὴν Μηλιά, μὲ τὸν θεῖον μου τὸν Ἀναγνώστη. Ἐξαγόρασα τὰ σκλαβωμένα παιδιά, τὸ ἕνα ἀπὸ τὴν Ὕδραν, τὸν Γιάννη καὶ τὸν Χρίστο, καὶ ἐκάτζαμεν 3 χρόνια εἰς τὴν Μάνη. Εἴχαμεν ἐλλείψεις, ἦλθαν οἱ ἄλλοι οἱ μπαρμπάδες μας ἀπὸ τὴν μάναν μου, λεγόμενοι Κοτζακαῖοι, καὶ μᾶς ἐπῆραν εἰς τὴν Ἁλωνίσταιναν. 
Ἐπήγαμεν ἀγνώριστοι, μᾶς ἔμαθον ἔπειτα καὶ ἐφοβούμεθα τοὺς Τούρκους. Ὁ μπάρμπας μου ὁ Ἀναγνώστης ἦλθε ἔπειτα εἰς τοῦ Λεονταριοῦ τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ἄκραν τῆς Μάνης, Σαμπάζικα. Ἔκαμε συμπεθεριὸ μὲ ἕναν ντόπιον (5) προεστόν, τοῦ τουφεκιοῦ ἄνδρα, τὸν ἔλεγαν Γεωργάκη Μεταξᾶν. Ἔδωκε τὴν θυγατέρα του, ἔφτιασε σπίτι. Μανθάνοντας, ὅτι ὁ θεῖος μου ἔκαμεν ἀποικίαν εἰς τὸ Ἄκοβον, ἐφύγαμε καὶ ἐπήγαμεν ἐκεῖ. Σὰν ἐκαθόμαστε ἐκεῖ, ἄλλα μπουλούκια κλέφτες μ᾿ ἔβαλαν ἀρματολὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ Λεονταριοῦ κατὰ τῶν κλεφτῶν, καὶ ἐμπόδιζα τὸ βιλαέτι μὲ χατίρι. 15 χρόνων ἤμουν τότε. – Ἔγινα 20 χρονῶν, ὑπανδρεύθηκα καὶ ἐπῆρα ἑνὸς πρώτου προεστοῦ τοῦ Λεονταριοῦ, τὸν ὁποῖον τὸν χάλασε (6) ἕνας πασὰς εἰς τὸ Ἀνάπλι (7). 
Ἔκτισα σπίτια, ἐπῆρα προικιὸ ἐλιές, ἀμπέλι (8), ἔγινα νοικοκύρης, ἐφύλαγα καὶ τὸ βιλαέτι. Ἐστεκόμαστε πάντοτε μὲ τὸ ντουφέκι. Μᾶς ἐφθόνησαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἤθελαν νὰ μᾶς σκοτώσουν, δὲν ἠμποροῦσαν ὅμως, διότι ὁ τόπος ἦτον σὲ ἄκρη. Καὶ ἐπολεμοῦσαν νὰ μᾶς χαλάσουν μὲ κάθε τέχνη· ἔστελναν μία καὶ δύο φορὲς ἑκατὸν καὶ διακόσιους στρατιώτας διὰ νὰ μᾶς κτυπήσουν· δὲν μᾶς εἶχαν εἰς τὸ χέρι καὶ δὲν μᾶς πείραξαν. Εἶδαν ὅτι δὲν εἶχαν διαφορὰ μὲ τὴν τέχνη· ἐβγῆκαν φανερά· ἐπήραμε χαμπέρι, ἐφύγαμε. 
Οἱ Τοῦρκοι ἀφάνισαν ὅλα τὰ ἀγαθά μας καὶ ἔδωσαν διαταγήν: ὅπου ἀκουσθοῦμε νὰ μᾶς χαλάσουν. Ἔμεινα μὲ δώδεκα Κολοκοτρωναίους, μικρότεροι εἰς τὴν ἡλικίαν, ἐπήγαμεν εἰς τὴν Μάνην, ἀφήκαμεν τὲς φαμίλιες μας καὶ ἔπειτα ἐγυρίσαμε, ἐσηκωθήκαμε φανερά, ἐσυνάξαμε στρατιώτας, πότε 60, πότε ὀλιγοτέρους. Ἐμείναμε δύο χρόνους κλέφτες· ἔπειτα εἶδαν, πὼς δὲν ἐμποροῦν νὰ μᾶς κάμουν τίποτε καὶ μᾶς ἔβαλαν πάλε ἀρματολούς. Εἶχα τὸ Λεοντάρι καὶ τὴν Καρύταινα, ἔκαμα 4 – 5 χρόνους ἀρματολός. 
Ὁ Ἀναγνώστης Κολοκοτρώνης δίδεται εἰς τὴν μέθην, διὰ νὰ ἀλησμονήσει τὰ συμβάντα. Τὸν μεγαλείτερον τοῦ πατρός μου ἀδελφὸν τὸν ἐσκότωσαν εἰς τὸ Λεοντάρι ἔπειτα, καὶ τοῦ ἐπῆραν τὸ κεφάλι (χέρι κομμένο εἰς τὴν νεότητά του). Ἀπὸ 40 χρόνων ἀρχίνισε καὶ ἀπόθανε εἰς τὰ 52. Ἄφησε παιδιὰ 3 ἀρσενικά, Γιαννάκη, Δημητράκη, Γεωργάκη, ἄφησε καὶ ἑπτὰ θυγατέρες. Ἕνας ἀπόθανε ἀπὸ τὸν θάνατόν του, ἀπὸ ἕξι ἀδέλφια τοῦ πατρός μου.

Ὅταν εἴμεθα ἀρματολοί, τὰ παιδιά μας ἦταν εἰς τὴν Μάνην, εἰς τὴν Καστανιὰ τὴν μεγάλην. Εἰς τὴν Μάνην ἐπηγαίναμε εἰς τὲς σημαντικὲς ἡμέρες, ὅταν εἴμεθα ἀρματολοί. Εἰς τὴν Μάνην πάντοτε ἐπηγαίναμεν βοήθεια εἰς τὸν Μπέη Κουμουντουράκη, εἰς τὲς χρεῖες τους, καὶ ἐβοηθούσαμε τὸ μέρος τους. Ὁ Καπετάνιος Κωνσταντὴς Δουράκης, φίλος τοῦ πατρός μου, καὶ οἱ Κιτρινιαραῖοι ἀνοίγουν πολέμους. 
Ἡμεῖς μεντάτι. Εἴχαμε κλεισμένον μίαν φορὰν τὸν Νικόλαο Κιτρινιάρη, τὸν πολιορκήσαμεν, καὶ σὰν ἐτρώγονταν ἀδελφοξάδελφα, ἔρριχναν τουφέκια εἰς τὸν ἀέρα. Οἱ Μανιάτες τὸν στενοχώρησαν καὶ ὁμίλησε νὰ παραδοθεῖ, καὶ ἐζήτησε ἐμέ. Δὲν ἦτον νὰ παραδοθεῖ, ἀλλὰ νὰ μὲ σκοτώσει μὲ ἀπιστιά. Ἐβγῆκε ἔξω εἰς τοῦ πύργου τὴν πόρτα, καὶ εἶχε βάλει τοὺς ἀνθρώπους μέσα, νὰ παραδοθεῖ. Οἱ ἄνθρωποί του μὲ ἄδειασαν ἕξι τουφέκια. Ἐγὼ ἤμουν κοφτὰ καὶ δὲν μ᾿ ἐπῆραν, ἔπεσα ἀποκάτω ἀπὸ τὸν θόλον τῆς πόρτας τοῦ πύργου, οἱ δικοί μου ἐνόμισαν ὅτι μὲ σκότωσαν καὶ ἤθελαν νὰ σκοτώσουν τοὺς συγγενεῖς τοῦ Κιτρινιάρη… ἄλλοι λέγουν, «Ὄχι, νὰ πάρομε τὸν Θεόδωρον». Ἦλθεν ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κιτρινιάρη, καὶ τὸν πῆρα εἰς τὸν ὦμον, κι ἐπροφυλάχθηκα, καὶ τὴν νύκτα ἔβαλα φωτιὰ εἰς τὸν πύργον καὶ ἐπαραδόθηκαν.
 Ὁ ἀδελφός του ἦτον μὲ ἡμᾶς. Τότε τὰ ἀδέλφια τους μὲ εἶπαν: Νὰ κάμω ὅ,τι θέλω εἰς ἐκείνους διὰ τὴν ἀπιστιά. Ἐγὼ εἶπα, ὅτι ἐὰν ὁ Θεὸς μ᾿ ἐφύλαξε, τοὺς χαρίζω τὴν ζωήν. Ὁ Ζαχαριᾶς ἐβοηθοῦσε τοὺς ἄλλους, ἐπολεμούσαμε καὶ ἔπειτα ἐσμίγαμεν ἔξω. Ἐγὼ ὑπεστήριζον τὸν Μπέη. Ὁ Μούρτζινος ἀντιφέρετο μὲ τὸν Μπέην καὶ μὲ τὸν Καπετάνιο τὸν φίλον μου. Ἕνα ἢ δύο μῆνες τὸ καλοκαίρι ἔπρεπε νὰ βοηθήσω τοὺς δικούς μου.
Εἰς τοὺς ἕξι χρόνους ἐπάνου, ἔβγαλα τὰ παιδιά μου εἰς ἕνα χωριό, Γιάνιτζα, πλησίον τῆς Καλαμάτας, διατὶ μοῦ ἤρχετο καλλίτερα διὰ τὴν ζωοτροφίαν. Ἡ Μάνη ἐφθόνησε τὸν Μπέη. Ἦλθε καὶ ὁ Σερεμὲτ μπέης, διὰ νὰ βάλουν τὸν Ἀντωνόμπεη Γληγοράκη. Ἦλθε ὁ Μπέης ὁ Κουμουντουράκης εἰς τὴν Καλαμάτα μὲ 60 ἀνθρώπους, ἐγὼ εἶχα 18. Μὲ ἐμπόδιζαν νὰ βοηθήσω τὸν Κουμουντουράκη, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ τὸν βοηθήσω ἐξ αἰτίας τῆς φιλίας. 3.000 Τοῦρκοι καὶ Μανιᾶται πηγαίνουν κατὰ τοῦ Κουμουντουράκη. Βλέπω μακρὰν μπαϊράκια εἰς τὲς Καπετανίες (ψυχικό). 
Συμβούλευσα νὰ μὴν πᾶμε μέσα εἰς τὴν Μάνη, ἠθέλαμε νὰ πιάσομε τὸ Κάστρο τοῦ Κουμουντουράκη, 4 ὧρες μακριὰ ἀπ᾿ τὴν Καλαμάτα. Οἱ Καπετανάκηδες καὶ ἄλλοι Μανιάτες μᾶς πολέμησαν, ἐλαβώθηκα… τὸ ἄλογον… λάφυρα… πιάνομεν ἕνα πύργον… ὁ Κουμουντουράκης. Ἐπιάσαμε τὸν πύργον, ἔπειτα διὰ νυκτὸς ἀνέβημεν εἰς τὸ Κάστρο. Οἱ πατζαοῦρες (τῆς λαβωματιᾶς) ἦτον μέσα. 
Ὁ Παναγιώτης Μούρτζινος καὶ ὁ Χριστέας, φίλοι πατρικοί, τοὺς γράφω ἕνα γράμμα: μὲ κάθε συμβιβασμὸ νὰ ἔβγω, νὰ ὑπάγω εἰς τὴν Μάνην νὰ γιατρευθῶ. Οἱ Μούρτζινοι λέγουν εἰς τὸν Σερεμὲτ μπέη νὰ ἐβγάλουν τοὺς κλέφτες διὰ νὰ ἀδυνατίσει ὁ Κουμουντουράκης, καὶ ἔτζι ἐγέλασαν τὸν Σερεμὲτ μπέη νὰ ἔβγω ἐγὼ ἀπὸ μέσα, καὶ μοῦ εἶπαν νὰ ἔβγω μὲ ὅλους μου τοὺς ἀνθρώπους. Ἀνέβαλα διὰ νὰ ἔβγουν καὶ οἱ ἀνθρῶποι μου. Οἱ ἀνθρῶποι μου μένοντας (1) ὀπίσω· ὁ Πετρούνης ἔγινε μεσίτης νὰ προσκυνήσει ὁ Κουμουντουράκης καὶ δὲν παθαίνει τίποτες, καὶ ἐγὼ τοὺς εἶπα: «Ὅταν ἔλθει ὁ Πετρούνης νὰ μὴ τὸν ἀκούσετε, ἀλλέως θὰ σᾶς φάγει μὲ ἀπιστιά». Ὁ Κουμουντουράκης δὲν ἠθέλησε. 
Ἔκαμε τραττάτο, ἐβγῆκαν οἱ δικοί μας. Ὁ Κουμουντουράκης ἐπαραδόθηκε καὶ τὸν πῆρε ἡ ἀρμάδα σκλάβον. Ἐγιατρεύθηκα ἐγώ, ἐπῆγα εἰς τὸ ἀρματολίκι μου. Μοῦ ἔπεσαν οἱ προεστοὶ καὶ ὁ κὺρ Γιάννης (Δεληγιάννης), καὶ μοῦ λέγουν: «Δὲν εἶναι καλὸν νὰ κινδυνεύεις εἰς τὴν Μάνην καὶ νὰ φέρεις τὴν φαμίλιαν σου εἰς τὴν Καρύταινα». Τὰ ἔβγαλα τὰ παιδιά μου εἰς τὴν Καρύταινα καὶ ἐκατοίκησα εἰς ἕνα χωριὸ Στεμνίτζα. – Ἐβγῆκε φερμάνι νὰ μᾶς σκοτώσουν καὶ τοὺς δύο, Πετιμεζᾶ κι ἐμέ, 1802. 
Ἕνας βόϊβοδας τῆς Πάτρας ἐνήργησε αὐτὸ – τὸ φιρμάνι ἔλεγε: Ἢ τοὺς δύο ἡμᾶς ἢ τὰ κεφάλια τῶν Κοτζαμπασήδων. Ὁ βεζύρης τῆς Τριπολιτζᾶς κράζει τὸν πατέρα τοῦ Ζαΐμη καὶ τὸν κὺρ Γιάννη. Ὁ Ζαΐμης ἐπῆγε, ὁ κὺρ Γιάννης ἐφοβεῖτο. Ὁ Πασιὰς τοὺς ἔκαμεν ὅρκον, ὅτι δὲν εἶναι τίποτες δι᾿ αὐτούς. Ἐγὼ ἐσυντρόφευσα τὸν Δεληγιάννην ἕως εἰς τὴν Τριπολιτζά, καὶ ὅταν ἀνεχώρησε μὲ εἶπε ὁ Δεληγιάννης… Τοῦ εἶπα: «Δὲν τὸ πιστεύω, διὰ ἡμᾶς εἶναι τὸ φερμάνι». Μοῦ ἀποκρίθηκε: «Μὴν φοβεῖσθε». Ἔκραξε μόνον τοὺς δύο ὁ Πασιὰς, τοὺς διάβασε τὸ φερμάνι. «Νὰ μᾶς δώσεις μουχλέτι (διορία) γιατὶ τοῦτοι εἶναι ἄγριοι ἄνθρωποι». Ὁ Γ. Ζαΐμης, Ἀσημάκης, τὸν εἶχε τὸν Πετμεζᾶ εἰς τὰ χέρια του, διατὶ ἐπήγαινε καθημερινῶς εἰς τὰ Καλάβρυτα, ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν ἐπήγαινα εἰς τὴν Καρύταινα, εἰς τὸ Χασαμπᾶ. Εἶπαν οἱ δύο προεστοί, νὰ βάλουν τὸν ἄγριον εἰς τὸ χέρι, καὶ ἔπειτα τὸν ἥμερον εὔκολα. Ὁ Δεληγιάννης ὁρκώνει δύο προεστοὺς νὰ μὲ σκοτώσουν. 
Ἦτο δύσκολο, διότι ἤμουν πολλὰ προφυλακτικός. Ἐσυνακούσθησαν μὲ τὸν Βελεμβίτζα, τὸν ὥρκωσαν πρῶτα· αὐτὸς ἀποκρίθηκε: «Δὲν τὸν βλέπω τὸν σκοτωμόν τους, θὰ χαλάσουμε τὸ βιλαέτι». Αὐτοὶ δὲν ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν γνώμην τους. – Εἶχαν φέρει ἕναν Μπουλούμπαση μὲ Ἀρβανίτες εἰς τὴν Καρύταιναν. Ὑποπτεύθηκα· ἐπῆγα νὰ χαιρετήσω ἕναν προεστὸν εἰς τὴν Στεμνίτζα· τοῦ λέγω: «Τί τὸν θέλετε τὸν Ἀρβανίτη Μπουλούμπαση; δὲν θέλει γένει ἡ γνώμη σας». Εἰς τὴν Στεμνίτζαν πᾶνε Ἀλβανοί… (1) Ὑπάγω καὶ ἐγὼ μὲ 50. Ἀνταμώθηκα μὲ τὸν Μπουλούμπαση, τοῦ εἶπα: «Θὰ μᾶς βάλουν νὰ τζακίσουμε τὰ στουρνάρια, τὰ ἥμερα δὲν θὰ διώξουν τὰ ἄγρια, ὅλα φεύγουν, ὁ σπουργίτης πάντοτε μένει».

*Ολόκληρο το βιβλίο υπάρχει εδώ: http://users.uoa.gr/~nektar/history/3contemporary/narrations_fighters_1821.htm